αναθρέφομαι


αναθρέφομαι
ανατρέφομαι και αναθρέφομαι, ανατράφηκα και αναθράφηκα, αναθρεμμένος βλ. πίν. 220

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανατρέφομαι — και αναθρέφομαι, ανατράφηκα και αναθράφηκα, αναθρεμμένος βλ. πίν. 220 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής